ἄναλτος

ἄναλτος
Grammatical information: adj.
Meaning: `insatiable' (Od.).
Other forms: Cf. ἄλτρον· μισθός H.; from `what garantees food'? (DELG)
Origin: IE [Indo-European] [26] *h₂el- `grow; make grow, feed'
Etymology: Negative verbal adjective of the root seen in Lat. alo, OIr. alim, ON ala `feed', Goth. alands `τρεφόμενος, nourished', in Greek only in enlarged form: ἀλδαίνω, ἀλθαίνω(?) (s. vv.). Perhaps νεᾱλής `fresh, not tired' is form the same root (s.v.). - Skt. anala- `fire', supposed to be `the insatiable', is rather of Dravidian origin.
Page in Frisk: 1,102

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄναλτος — not to be filled masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άναλτος — (I) ἄναλτος, ον (Α) αυτός που δεν γεμίζει με κάτι, άπληστος, ακόρεστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερ. + ΙΕ ρ. *al + επίθημα τος. Πρόκειται για μεμονωμένους σχηματισμούς τής ΙΕ ρίζας *al «αναπτύσσομαι, τρέφομαι», που εξαφανίστηκε στα Ελλην. (διατηρήθηκε… …   Dictionary of Greek

  • ἄναλτον — ἄναλτος not to be filled masc/fem acc sg ἄναλτος not to be filled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάλτοις — ἄναλτος not to be filled masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάλτοισι — ἄναλτος not to be filled masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάλτου — ἄναλτος not to be filled masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάλτων — ἄναλτος not to be filled masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάλτῳ — ἄναλτος not to be filled masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄναλτα — ἄναλτος not to be filled neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄναλτοι — ἄναλτος not to be filled masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.